Αρχείο μηνός Ιανουάριος 2017

Το τελευταίο δώρο του Αϊ Βασίλη

christmas-1879415_960_720

Το έλκηθρο του Αϊ Βασίλη διέγραψε για τελευταία φορά την τοξωτή πορεία του, αφήνοντας πίσω του σκόνη αστραφτερή. Οι καημένοι οι τάρανδοι φυσούσαν ξεφυσούσαν κουρασμένοι μα απολύτως ικανοποιημένοι. Είχαν φέρει εις πέρας το έργο τους για άλλη μια χρονιά! Ο Αϊ Βασίλης μ’ ένα πλατύ χαμόγελο κολλημένο στα χείλη του, μιας κι όλα τα παιδιά της γης θα εύρισκαν το πρωί όταν ξυπνούσαν τα δωράκια τους, είχε πάρει το δρόμο της επιστροφής. Σε λίγο θα άρχιζε να ξημερώνει. Ήταν ιδρωμένος απ’ το αδιάκοπο πηγαινέλα και από το συνεχές μπες βγες σε καμινάδες, πόρτες και παράθυρα. Είχε σκάσει κι από τα πολλά γλυκά, όλα βλέπεις τα παιδάκια του είχαν αφήσει το κατιτίς τους. Βιάζονταν να επιστρέψει στο σπίτι του να πέσει να κοιμηθεί. Ανυπομονούσε για τον ύπνο αυτής της βραδιάς, γιατί κάθε χρόνο έβλεπε το ίδιο όνειρο. Παιδάκια λευκά, μαύρα, κίτρινα, παιδάκια χαρούμενα να ανοίγουν τα πακέτα με τα δώρα τους.

Γαλήνια η πλάση γύρω, ήρεμη η βραδιά, χαρούμενη η διάθεση. Σιωπή παντού. Μόνο τα κουδουνάκια που φορούσαν στο λαιμό τους οι κουρασμένοι τάρανδοι σκίζαν το πέπλο της ησυχίας τούτης της μαγευτικής νυχτιάς.

Και τότε…σντουπππ…σαν να ακούστηκε κάτι πίσω απ’ τον κουρασμένο Άγιο, στην καρότσα του έλκηθρου που είχε αφήσει τον άδειο του σάκο. Έστησε αυτί, το ίδιο κι οι τάρανδοι… Άραγε από πού να ήρθε τούτος ο θόρυβος; Αφού ο σάκος ήταν άδειος, το ίδιο κι η καρότσα. Γύρισε πίσω απορημένος ο καλός μας ο Αϊ Βασίλης και με την άκρη του ματιού του σαν να του φάνηκε ότι είδε κάτι να λαμπυρίζει κάτω απ΄το φως των αστεριών. Ήταν στην άκρη της καρότσας, το μεγαλύτερο μέρος του κρυβόταν στο σκοτάδι μα γυάλιζε η ακρούλα ενός χρυσού φιόγκου. «Θεέ μου, ξέχασα ένα πακέτο. Θα γλίστρησε απ’ το σάκο νωρίτερα. Άφησα ένα παιδάκι δίχως δώρο». Τράβηξε με βιάση τα λουριά να κόψει την ορμή των ταράνδων κι άπλωσε το χέρι του να πιάσει τούτο το ξεχασμένο πακέτο. «Μα ποιον ξέχασα;» σκέφτηκε ξύνοντας με απορία μια τούφα απ΄τα λευκά του μαλλιά που ξέφευγε από τον μάλλινο σκούφο του. Ήταν βέβαιος ότι δεν υπήρχε σπίτι που να μην είχε επισκεφτεί από τη λίστα που του είχαν φτιάξει με επιμέλεια τα μικρά του ξωτικά. Μήπως είχαν κάνει ένα μικρό λαθάκι κι έφτιαξαν ένα δωράκι παραπάνω; Μα πάλι ποτέ ως τώρα δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο!

Έκλεισε τα κουρασμένα του βλέφαρα προσπαθώντας να σκεφτεί πιο καθαρά. Ποιο σπίτι του είχε ξεφύγει; Κοίταξε τ΄άστρα του ουρανού μπας και τον διαφωτίσουν. Ξάφνου ένα τόσο δα μικρό αστεράκι στην άκρη θαρρείς τ’ ουρανού, έριξε το χλωμό του φως κάτω στη γη που κοιμόταν ακόμη. Κοίταξε κι ο Άγιος. Δυσκολεύτηκε είναι η αλήθεια. Πίσσα σκοτάδι βασίλευε στο μέρος που φώτισε το αστεράκι. Λάσπη, υγρασία, σκουπίδια και στο κέντρο μια…σκηνή! «Αμάν!» χτύπησε το μέτωπο στενοχωρημένος ο Άγιος. «Ξέχασα το προσφυγάκι. Αυτό που όλοι το ξεχνούν!». «Εμπρός καλά μου ταρανδάκια τρέξτε να φτάσουμε γρήγορα πριν μας προλάβει η αυγή που πλησιάζει».

Σαν φτάσαν εκεί ο Άγιος άρχισε να βαδίζει αργά προς τη μικρή σκηνή. Οι μπότες του χώνονταν βαθιά μες τη λάσπη που υπήρχε ολόγυρα και δυσκόλευε τα βήματά του. Άνοιξε τη μικρή πορτούλα της σκηνής κι έριξε γύρω του ένα βλέμμα. Μεμιάς διαλύθηκε η παγωνιά και ζεστασιά απλώθηκε γύρω τριγύρω. Κάτω στο έδαφος στρωμένα παλιοκαιρισμένα στρωσίδια, μα πάνω ήλιος έλαμπε ένα μικρό παιδί στην αγκαλιά της μάνας του. Κοιμόταν ήρεμο και γαλήνιο μιας κι η αγκαλιά της μάνας έχει αυτήν τη μαγική ιδιότητα, να προσφέρει στο παιδί της ασφάλεια και θαλπωρή, που όμοιά της πουθενά αλλού δεν υπάρχει. Χάιδεψε μάνα και παιδί κι απίθωσε δίπλα στη μικρή χουφτίτσα ένα κόκκινο πακέτο με ένα φιόγκο χρυσό.

Και γέλασε η νύχτα, γέλασε ο Άγιος , γέλασε και το παιδί. Και χάρηκε τ΄άστρο που φώτισε τη μικρούλα τη σκηνή. Στα νύχια περπατώντας έφυγε μην ξυπνήσει το παιδί, το μικρό το προσφυγάκι που ΄χε τόσο γλυκά παραδοθεί σε ένα όνειρο παιδικό, από κείνα που φέρνουν χαμόγελο στα χείλη των παιδιών. Άστραψε η πλάση, το έλκηθρο είχε πια σηκωθεί κι η σκόνη η μαγική τύλιξε και φώτισε τη μικρή σκηνή που φύλαγε τα όνειρα που έκανε μια μάνα κι ένα παιδί…

Άννα Μάλαμα