Αρχείο συντάκτη admin

Μαθαίνω λεξιλόγιο

IMG_7700

Μαθαίνουμε λεξούλες με παιγνιώδη τρόπο. Σε ένα χαρτάκι που έχουμε διπλώσει στη μέση γράφουμε τη λέξη στα αγγλικά και από τη άλλη μεριά στα ελληνικά με τον τρόπο που φαίνεται στην εικόνα. Χωρίζουμε σε κατηγορίες φρούτα, είδη σπιτιού, ρούχα κτλ.

Περιγραφή ζώου

fuchs-1310826_960_720

Περιγραφή ζώου

Όταν θέλουμε να περιγράψουμε ένα ζώο δικό μας ή κάποιο που έχουμε γνωρίσει κι έχουμε κάποια σχέση μαζί του, τότε μπορούμε να αναφέρουμε τα παρακάτω:

  • Το όνομα το ζώου, την ηλικία του, πότε και πώς το αποκτήσαμε ή το γνωρίσαμε
  • Το περιγράφουμε
  • Λέμε πώς περνάμε μαζί του και τις συνήθειές του
  • Περιγράφουμε ένα περιστατικό που ζήσαμε μαζί του
  • Αναφέρουμε συναισθήματα και σκέψεις

 

Το αγαπημένο μου ζωάκι είναι η σκυλίτσα μου . Τη λένε Μπέτυ και είναι πάρα πολύ χαριτωμένη. Μου τη χάρισε ο παππούς μου πριν δύο χρόνια. Την είχε γεννήσει η δική του η σκυλίτσα και από την πρώτη στιγμή που την είδα τη λάτρεψα.

Η ράτσα της είναι λυκόσκυλο. Είναι ένα κατάμαυρο σκυλάκι με μικρά και χαριτωμένα ματάκια. Τα αυτιά της είναι μικρά και τα νύχια της είναι πολύ κοφτερά. Το τρίχωμά της είναι μαλακό σαν το χιόνι. Η ουρά της είναι κατάμαυρη σαν κάρβουνο, λεπτή και μακριά.

Με τη Μπέτυ περνώ απίστευτες στιγμές. Μερικές φορές πιάνω τη μπάλα της και την σπρώχνω κι αυτή πηγαίνει να την πιάσει. Κάποιες φορές έρχεται πάνω μου και θέλει να την χαϊδέψω πίσω από τα αυτιά, όμως νευριάζει όταν της πειράζεις την ουρά.Μου αρέσει να τη φροντίζω και να της βάζω φαγητό και νερό. Τρώει συνήθως σκυλοτροφές, όμως τρελαίνεται να γλύφει κόκαλα. Ζει σε ένα μικρό πλαστικό σπιτάκι στον κήπο. Είναι πολύ γλυκιά όταν κοιμάται.

Θυμάμαι μια μέρα στην αυλή μας που έγινε ένα αστείο περιστατικό. Η Μπέτυ έτρεχε να πιάσει το ξύλο που της ρίξαμε. Πέρασε με ταχύτητα δίπλα από το τραπεζάκι που είχε ακουμπήσει η μαμά τον χυμό της. Το κούνησε και το ποτήρι έπεσε και χύθηκε όλος ο χυμός στην καινούρια μπλούζα της μαμάς. Ήταν τόσο αστείο.Ο αδελφός μου κι εγώ δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε τα γέλια κι η μαμά θύμωσε με όλους μας!

Εύχομαι να περνώ πάντα καλά μαζί της. Νιώθω για το σκυλάκι μου αγάπη, χαρά κι ενθουσιασμό. Είναι πολύ γλυκιά κι αξιαγάπητη!

Ανάλυση παραγράφου

notepad-117597_960_720

Πώς γράφω μια παράγραφο

Νωρίς το πρωί ο Πέτρος ξύπνησε ανήσυχος. Στην πραγματικότητα, ελάχιστα είχε κοιμηθεί εκείνη τη νύχτα. Δεν είχε προλάβει να προετοιμαστεί σωστά για το διαγώνισμα στα Μαθηματικά κι έβλεπε εφιάλτες. Τον κυνηγούσαν χοντροί κύβοι, θυμωμένα τρίγωνα και άγριοι ρόμβοι, με απειλητικές διαθέσεις! Η δασκάλα του τον είχε προειδοποιήσει: «Πέτρο, είναι η τελευταία σου ευκαιρία να βελτιώσεις το βαθμό σου» του είχε πει. Μάλλον θα την απογοήτευε και πάλι!

Ανάλυση παραγράφου

Θεματική πρόταση: Νωρίς το πρωί ο Πέτρος ξύπνησε ανήσυχος.

Προτάσεις στήριξης: Στην πραγματικότητα, ελάχιστα είχε κοιμηθεί εκείνη τη νύχτα. Δεν είχε προλάβει να προετοιμαστεί σωστά για το διαγώνισμα στα Μαθηματικά κι έβλεπε εφιάλτες. Τον κυνηγούσαν χοντροί κύβοι, θυμωμένα τρίγωνα και άγριοι ρόμβοι, με απειλητικές διαθέσεις! Η δασκάλα του τον είχε προειδοποιήσει: «Πέτρο, είναι η τελευταία σου ευκαιρία να βελτιώσεις το βαθμό σου» του είχε πει.

Κατακλείδα: Μάλλον θα την απογοήτευε και πάλι!

ΑΣΚΗΣΗ 1: Ονόμασε τα μέρη της παρακάτω παραγράφου.

Ξαφνικά, είδα στον ουρανό να αιωρείται ένας γάτος. Στα χέρια του κρατούσε μια ανοιχτή ομπρέλα και ταξίδευε στον απέραντο ουρανό. Ο γάτος φαινόταν πολύ ευτυχισμένος και απολάμβανε την διαδρομή.

ΑΣΚΗΣΗ 2: Συνέχισε την παρακάτω παράγραφο. Σου δίνεται η θεματική πρόταση.

Τελικά, τα δυο παιδιά εμφανίστηκαν λαχανιασμένα στο κατώφλι της εξώπορτας.

Το τελευταίο δώρο του Αϊ Βασίλη

christmas-1879415_960_720

Το έλκηθρο του Αϊ Βασίλη διέγραψε για τελευταία φορά την τοξωτή πορεία του, αφήνοντας πίσω του σκόνη αστραφτερή. Οι καημένοι οι τάρανδοι φυσούσαν ξεφυσούσαν κουρασμένοι μα απολύτως ικανοποιημένοι. Είχαν φέρει εις πέρας το έργο τους για άλλη μια χρονιά! Ο Αϊ Βασίλης μ’ ένα πλατύ χαμόγελο κολλημένο στα χείλη του, μιας κι όλα τα παιδιά της γης θα εύρισκαν το πρωί όταν ξυπνούσαν τα δωράκια τους, είχε πάρει το δρόμο της επιστροφής. Σε λίγο θα άρχιζε να ξημερώνει. Ήταν ιδρωμένος απ’ το αδιάκοπο πηγαινέλα και από το συνεχές μπες βγες σε καμινάδες, πόρτες και παράθυρα. Είχε σκάσει κι από τα πολλά γλυκά, όλα βλέπεις τα παιδάκια του είχαν αφήσει το κατιτίς τους. Βιάζονταν να επιστρέψει στο σπίτι του να πέσει να κοιμηθεί. Ανυπομονούσε για τον ύπνο αυτής της βραδιάς, γιατί κάθε χρόνο έβλεπε το ίδιο όνειρο. Παιδάκια λευκά, μαύρα, κίτρινα, παιδάκια χαρούμενα να ανοίγουν τα πακέτα με τα δώρα τους.

Γαλήνια η πλάση γύρω, ήρεμη η βραδιά, χαρούμενη η διάθεση. Σιωπή παντού. Μόνο τα κουδουνάκια που φορούσαν στο λαιμό τους οι κουρασμένοι τάρανδοι σκίζαν το πέπλο της ησυχίας τούτης της μαγευτικής νυχτιάς.

Και τότε…σντουπππ…σαν να ακούστηκε κάτι πίσω απ’ τον κουρασμένο Άγιο, στην καρότσα του έλκηθρου που είχε αφήσει τον άδειο του σάκο. Έστησε αυτί, το ίδιο κι οι τάρανδοι… Άραγε από πού να ήρθε τούτος ο θόρυβος; Αφού ο σάκος ήταν άδειος, το ίδιο κι η καρότσα. Γύρισε πίσω απορημένος ο καλός μας ο Αϊ Βασίλης και με την άκρη του ματιού του σαν να του φάνηκε ότι είδε κάτι να λαμπυρίζει κάτω απ΄το φως των αστεριών. Ήταν στην άκρη της καρότσας, το μεγαλύτερο μέρος του κρυβόταν στο σκοτάδι μα γυάλιζε η ακρούλα ενός χρυσού φιόγκου. «Θεέ μου, ξέχασα ένα πακέτο. Θα γλίστρησε απ’ το σάκο νωρίτερα. Άφησα ένα παιδάκι δίχως δώρο». Τράβηξε με βιάση τα λουριά να κόψει την ορμή των ταράνδων κι άπλωσε το χέρι του να πιάσει τούτο το ξεχασμένο πακέτο. «Μα ποιον ξέχασα;» σκέφτηκε ξύνοντας με απορία μια τούφα απ΄τα λευκά του μαλλιά που ξέφευγε από τον μάλλινο σκούφο του. Ήταν βέβαιος ότι δεν υπήρχε σπίτι που να μην είχε επισκεφτεί από τη λίστα που του είχαν φτιάξει με επιμέλεια τα μικρά του ξωτικά. Μήπως είχαν κάνει ένα μικρό λαθάκι κι έφτιαξαν ένα δωράκι παραπάνω; Μα πάλι ποτέ ως τώρα δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο!

Έκλεισε τα κουρασμένα του βλέφαρα προσπαθώντας να σκεφτεί πιο καθαρά. Ποιο σπίτι του είχε ξεφύγει; Κοίταξε τ΄άστρα του ουρανού μπας και τον διαφωτίσουν. Ξάφνου ένα τόσο δα μικρό αστεράκι στην άκρη θαρρείς τ’ ουρανού, έριξε το χλωμό του φως κάτω στη γη που κοιμόταν ακόμη. Κοίταξε κι ο Άγιος. Δυσκολεύτηκε είναι η αλήθεια. Πίσσα σκοτάδι βασίλευε στο μέρος που φώτισε το αστεράκι. Λάσπη, υγρασία, σκουπίδια και στο κέντρο μια…σκηνή! «Αμάν!» χτύπησε το μέτωπο στενοχωρημένος ο Άγιος. «Ξέχασα το προσφυγάκι. Αυτό που όλοι το ξεχνούν!». «Εμπρός καλά μου ταρανδάκια τρέξτε να φτάσουμε γρήγορα πριν μας προλάβει η αυγή που πλησιάζει».

Σαν φτάσαν εκεί ο Άγιος άρχισε να βαδίζει αργά προς τη μικρή σκηνή. Οι μπότες του χώνονταν βαθιά μες τη λάσπη που υπήρχε ολόγυρα και δυσκόλευε τα βήματά του. Άνοιξε τη μικρή πορτούλα της σκηνής κι έριξε γύρω του ένα βλέμμα. Μεμιάς διαλύθηκε η παγωνιά και ζεστασιά απλώθηκε γύρω τριγύρω. Κάτω στο έδαφος στρωμένα παλιοκαιρισμένα στρωσίδια, μα πάνω ήλιος έλαμπε ένα μικρό παιδί στην αγκαλιά της μάνας του. Κοιμόταν ήρεμο και γαλήνιο μιας κι η αγκαλιά της μάνας έχει αυτήν τη μαγική ιδιότητα, να προσφέρει στο παιδί της ασφάλεια και θαλπωρή, που όμοιά της πουθενά αλλού δεν υπάρχει. Χάιδεψε μάνα και παιδί κι απίθωσε δίπλα στη μικρή χουφτίτσα ένα κόκκινο πακέτο με ένα φιόγκο χρυσό.

Και γέλασε η νύχτα, γέλασε ο Άγιος , γέλασε και το παιδί. Και χάρηκε τ΄άστρο που φώτισε τη μικρούλα τη σκηνή. Στα νύχια περπατώντας έφυγε μην ξυπνήσει το παιδί, το μικρό το προσφυγάκι που ΄χε τόσο γλυκά παραδοθεί σε ένα όνειρο παιδικό, από κείνα που φέρνουν χαμόγελο στα χείλη των παιδιών. Άστραψε η πλάση, το έλκηθρο είχε πια σηκωθεί κι η σκόνη η μαγική τύλιξε και φώτισε τη μικρή σκηνή που φύλαγε τα όνειρα που έκανε μια μάνα κι ένα παιδί…

Άννα Μάλαμα