Αρχείο κατηγορίας Δημιουργίες μαθητών

1ο Βραβείο Διαγωνισμός Παραμυθιού

Το  παραμύθι με τίτλο » Η άνοιξη άργησε να ρθει»  που φτιάξαμε με τα παιδιά και  κερδίσαμε το 1ο βραβείο στο διαγωνισμό παραμυθιού που διοργάνωσε η Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση Δυτικής Θεσσαλονίκης.  Εδώ στο Δίκτυο Παραμυθία έχει γίνει ebook  http://diktyoparamythia.blogspot.com.cy/2015/12/blog-post.html

Η ΑΝΟΙΞΗ ΑΡΓΗΣΕ ΝΑ ΡΘΕΙ

 

Υπάρχει, κάπου μακριά, μια όμορφη πολιτεία, που τη λένε Αγαποχώρι. Εκεί  όλοι οι άνθρωποι, μικροί και μεγάλοι, ζούνε πολύ αγαπημένοι. Φέτος ο χειμώνας έπεσε βαρύς στο όμορφο χωριό. Τα χιόνια σκέπασαν τα σπίτια απαλά και δεν έλεγαν να λιώσουν. Το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό. Τα παιδιά κοιτούσαν πίσω απ’ τα παράθυρα λυπημένα. Ο ουρανός ήταν μελαγχολικός.  Ήλιος δε φαινόταν πουθενά, αν κι ο Μάρτης είχε πατήσει για τα καλά.

Ένα πρωινό έκαναν συνέλευση στο σχολείο. Έπρεπε να βρούνε γρήγορα μια λύση. Είχαν βαρεθεί να μην μπορούν να βγουν έξω για παιχνίδι.

  • Δεν αντέχω άλλο κλεισμένη συνεχώς μέσα στο σπίτι, είπε η Ευαγγελία, η αρχηγός.
  • Βαριέμαι, φώναξε ο Γιάννης, το μυαλό της παρέας, πάνω στο καροτσάκι του. Θέλω να μου κάψει τα μάγουλα ο ήλιος!
  • Άδικα φορέσαμε το βραχιολάκι του Μάρτη, ακούστηκε κι ο Παύλος που διάβαζε πολλά βιβλία .
  • Καιρός για δράση, είπε και η Άννα, η θαρραλέα της παρέας.

Αυτά κι άλλα πολλά είπαν τα παιδιά τη μέρα εκείνη. Και η απόφαση πάρθηκε με μια φωνή.

Θα πήγαιναν να βρουν το νησί της Άνοιξης. Θα την παρακαλούσαν να έρθει γρήγορα στο Αγαποχώρι.

Την άλλη μέρα, πρωί – πρωί, πήραν το δρόμο για το νησί. Διέσχισαν ένα βαθύ ποτάμι με τη βάρκα του μπαρμπα Κωνσταντή.  Φτάσαν  γρήγορα στην ακτή. Πρώτα έβγαλαν το καροτσάκι του Γιάννη. Μετά οι τρεις φίλοι τον πήραν αγκαλιά και τον ακούμπησαν στο καροτσάκι απαλά. Κι αμέσως άρχισαν το παιχνίδι.

Ξαφνικά, κάποιος θόρυβος ακούστηκε, από τους θάμνους…

Ένας λύκος γκριζωπός και κουρασμένος εμφανίστηκε μπροστά τους και τους ρώτησε:

  • Συγγνώμη αν σας τρόμαξα παιδιά μου! Άκουσα παιδικές φωνές κι έτρεξα προς τα εδώ. Έχω χάσει τη φίλη μου την Κοκκινοσκουφίτσα μέσα στο δάσος! Μα πρέπει να την πάω στη γιαγιά της! Πόσο θα φοβάται μόνη της! Μήπως την είδατε πουθενά;
  • Μπα, δεν την έχουμε δει. Μη λυπάσαι τόσο καημενούλη μου, είπε η Ευαγγελία.
  • Κι εσείς τι γυρεύετε, μικρά παιδιά, μόνα στο δάσος;
  • Πάμε να βρούμε το νησί της Άνοιξης, αποκρίθηκε ο Γιάννης. Άργησε να έρθει στο χωριό μας. Πάμε να τη βρούμε και να της το πούμε.
  • Α! κρίμα … Είστε πολύ μακριά. Λάθος μονοπάτι πήρατε. Θέλετε να σας βοηθήσω να βρείτε το δρόμο σας;
  • Ναι, ναι, απαντούν με ένα στόμα τα παιδιά. Μόνο ο Γιάννης, ο συνετός, ρωτάει:
  • Σταθείτε, γιατί να τον εμπιστευτούμε; Λύκε, έχουμε ακούσει πως είσαι κακός. Μπορεί να θέλεις να μας φας. Μπορεί να έχεις φάει και την Κοκκινοσκουφίτσα!
  • Όχι, δεν είναι αλήθεια αυτό, ξέσπασε σε κλάματα ο λύκος. Όλοι με κατηγορούν χωρίς να με ξέρουν καλά. Δεν κάνουν τον κόπο να με γνωρίσουν. Δεν είναι όλοι οι λύκοι ίδιοι. Ούτε οι άνθρωποι είναι.

Κι ο λύκος έκλαιγε με λυγμούς…

Τα παιδιά τον κοιτούσαν συμπονετικά. Τον παρηγόρησαν κι αποφάσισαν να κάνουν μια συμφωνία. Εκείνος θα τους έδειχνε το δρόμο για τη θάλασσα. Κι αυτά θα τον βοηθήσουν να βρει την Κοκκινοσκουφίτσα.

Κι έτσι ο λύκος κι η παρέα των παιδιών πήραν το μονοπάτι για τη θάλασσα. Κάποια στιγμή το καροτσάκι του Γιάννη δεν μπορούσε πια να κινηθεί μέσα στην πυκνή βλάστηση. Τότε τα παιδιά πήραν στους ώμους τους τον φίλο τους. Το καροτσάκι το ανέβασαν στη ράχη του λύκου. Κι όλα μέλι γάλα.

Στα μισά του δρόμου εμφανίστηκε ένα μικρό νανάκι. Τους κοίταξε φοβισμένα και είπε :

  • Για πού το βάλατε παιδιά, μ’ ένα λύκο συντροφιά;
  • Α! μην ανησυχείς καλέ μας νάνε. Γίναμε φίλοι τώρα πια! Θα μας βοηθήσει να βρούμε το νησί της Άνοιξης κι εμείς θα τον βοηθήσουμε να βρει την Κοκκινοσκουφίτσα. Έπρεπε να την πάει στη γιαγιά της εδώ και μέρες, μα χάθηκε στο δάσος. Κι η γιαγιά της θα ανησυχεί.

Ο μικρός νάνος ικανοποιήθηκε  από τις απαντήσεις των παιδιών. Τους είπε μάλιστα ότι η Κοκκινοσκουφίτσα δεν ήταν μόνη. Την είχαν βρει οι επτά νάνοι , τα αδελφάκια του, και την φρόντιζαν στο σπιτάκι τους. Έτσι, όλοι μαζί κίνησαν για να τη συναντήσουν.

Έφτασαν σε ένα όμορφο σπιτάκι, με περιποιημένο λαχανόκηπο.

  • Τακ τακ… χτύπησαν τη μικρή πορτούλα.
  • Ποιος είναι; ρώτησε μια γλυκιά κοριτσίστικη φωνούλα.
  • Εγώ, ο φίλος σου, ο καλός λύκος. Πού χάθηκες και τρελάθηκα από την αγωνία μου;

Η πόρτα άνοιξε διάπλατα κι ένα κοριτσάκι χύθηκε στην αγκαλιά του λύκου. Κλάψαν λίγο , αλλά μετά μπήκαν μέσα στο σπιτάκι , έφαγαν , ήπιαν και χορτάτοι κοιμηθήκαν.

Την άλλη μέρα, πριν βγει ο ήλιος, η συντροφιά πήρε το δρόμο για τη θάλασσα. Σαν έφτασαν εκεί, είδαν την άκρη του πιο όμορφου ουράνιου τόξου  που είχαν δει ποτέ.

  • Το ουράνιο τόξο είναι μαγικό. Θα μας οδηγήσει στο νησί της Άνοιξης , είπε ο μικρός νάνος, που ήτανε σοφός.

Άρχισαν λοιπόν να σκαρφαλώνουν. Χρώματα παραμυθένια ζάλιζαν τα μάτια τους. Γλιστρούσαν και γελούσαν πάνω στις αχτίδες του ουράνιου τόξου.  Χωρίς να το καταλάβουν, παίζοντας και γελώντας, έφτασαν στην άκρη του. Και τότε άρχισαν να πέφτουν ο ένας πίσω από τον άλλο και κατρακύλησαν πάνω σε ένα λουλουδένιο τραμπολίνο που μοσχομύριζε γιασεμί και τριαντάφυλλο. Έριξαν μια ματιά γύρω τριγύρω. Ω!  μα τι όμορφο νησί ήταν αυτό! Πράσινο , πράσινο παντού. Και λουλούδια όλων των λογιών και των χρωμάτων ξεπρόβαλλαν πάνω στο πράσινο χαλί. Πεταλούδες πετούσαν παντού. Πουλάκια κελαηδούσαν μελωδικά. Πιο πέρα μια λιμνούλα με κάτασπρους κύκνους. Ανάμεσα στα δέντρα μια πανέμορφη κοπέλα χόρευε ξυπόλητη . Όλοι έμειναν μαγεμένοι από τη χάρη κι από την ομορφιά της. ΄Ετρεξαν γύρω της και πιάστηκαν όλοι μαζί χέρι με χέρι, χορεύοντας στον τρελό της Άνοιξης ρυθμό. Ο λύκος πέταξε το καροτσάκι του Γιάννη και πήρε τον ίδιο στη ράχη του επάνω. Κι αφού στροβιλίστηκαν και παραζαλίστηκαν απ’ το χορό κι απ’ τη χαρά της Άνοιξης, ξάπλωσαν κατάχαμα στο γρασίδι. Τότε της είπαν το λόγο του ερχομού τους.

  • Ξεχάστηκα χορεύοντας κι άργησα να έρθω, αποκρίθηκε εκείνη.

Και μ’ ένα χαμόγελο γλυκό και έναν τρόπο μαγικό, τους έστειλε όλους πίσω στο Αγαποχώρι .

Σαν έφτασαν εκεί, τι να δουν! Ο ήλιος έλαμπε και φάνηκε το πρώτο χελιδόνι. Κι ο καλός λύκος πήγε τη μικρούλα την Κοκκινοσκουφίτσα πίσω στη γιαγιά της. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

ΤΟ ΠΑΡΑΜΘΥΙ ΤΟΥ Α1