Αρχείο κατηγορίας Παραμύθια

Το τελευταίο δώρο του Αϊ Βασίλη

christmas-1879415_960_720

Το έλκηθρο του Αϊ Βασίλη διέγραψε για τελευταία φορά την τοξωτή πορεία του, αφήνοντας πίσω του σκόνη αστραφτερή. Οι καημένοι οι τάρανδοι φυσούσαν ξεφυσούσαν κουρασμένοι μα απολύτως ικανοποιημένοι. Είχαν φέρει εις πέρας το έργο τους για άλλη μια χρονιά! Ο Αϊ Βασίλης μ’ ένα πλατύ χαμόγελο κολλημένο στα χείλη του, μιας κι όλα τα παιδιά της γης θα εύρισκαν το πρωί όταν ξυπνούσαν τα δωράκια τους, είχε πάρει το δρόμο της επιστροφής. Σε λίγο θα άρχιζε να ξημερώνει. Ήταν ιδρωμένος απ’ το αδιάκοπο πηγαινέλα και από το συνεχές μπες βγες σε καμινάδες, πόρτες και παράθυρα. Είχε σκάσει κι από τα πολλά γλυκά, όλα βλέπεις τα παιδάκια του είχαν αφήσει το κατιτίς τους. Βιάζονταν να επιστρέψει στο σπίτι του να πέσει να κοιμηθεί. Ανυπομονούσε για τον ύπνο αυτής της βραδιάς, γιατί κάθε χρόνο έβλεπε το ίδιο όνειρο. Παιδάκια λευκά, μαύρα, κίτρινα, παιδάκια χαρούμενα να ανοίγουν τα πακέτα με τα δώρα τους.

Γαλήνια η πλάση γύρω, ήρεμη η βραδιά, χαρούμενη η διάθεση. Σιωπή παντού. Μόνο τα κουδουνάκια που φορούσαν στο λαιμό τους οι κουρασμένοι τάρανδοι σκίζαν το πέπλο της ησυχίας τούτης της μαγευτικής νυχτιάς.

Και τότε…σντουπππ…σαν να ακούστηκε κάτι πίσω απ’ τον κουρασμένο Άγιο, στην καρότσα του έλκηθρου που είχε αφήσει τον άδειο του σάκο. Έστησε αυτί, το ίδιο κι οι τάρανδοι… Άραγε από πού να ήρθε τούτος ο θόρυβος; Αφού ο σάκος ήταν άδειος, το ίδιο κι η καρότσα. Γύρισε πίσω απορημένος ο καλός μας ο Αϊ Βασίλης και με την άκρη του ματιού του σαν να του φάνηκε ότι είδε κάτι να λαμπυρίζει κάτω απ΄το φως των αστεριών. Ήταν στην άκρη της καρότσας, το μεγαλύτερο μέρος του κρυβόταν στο σκοτάδι μα γυάλιζε η ακρούλα ενός χρυσού φιόγκου. «Θεέ μου, ξέχασα ένα πακέτο. Θα γλίστρησε απ’ το σάκο νωρίτερα. Άφησα ένα παιδάκι δίχως δώρο». Τράβηξε με βιάση τα λουριά να κόψει την ορμή των ταράνδων κι άπλωσε το χέρι του να πιάσει τούτο το ξεχασμένο πακέτο. «Μα ποιον ξέχασα;» σκέφτηκε ξύνοντας με απορία μια τούφα απ΄τα λευκά του μαλλιά που ξέφευγε από τον μάλλινο σκούφο του. Ήταν βέβαιος ότι δεν υπήρχε σπίτι που να μην είχε επισκεφτεί από τη λίστα που του είχαν φτιάξει με επιμέλεια τα μικρά του ξωτικά. Μήπως είχαν κάνει ένα μικρό λαθάκι κι έφτιαξαν ένα δωράκι παραπάνω; Μα πάλι ποτέ ως τώρα δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο!

Έκλεισε τα κουρασμένα του βλέφαρα προσπαθώντας να σκεφτεί πιο καθαρά. Ποιο σπίτι του είχε ξεφύγει; Κοίταξε τ΄άστρα του ουρανού μπας και τον διαφωτίσουν. Ξάφνου ένα τόσο δα μικρό αστεράκι στην άκρη θαρρείς τ’ ουρανού, έριξε το χλωμό του φως κάτω στη γη που κοιμόταν ακόμη. Κοίταξε κι ο Άγιος. Δυσκολεύτηκε είναι η αλήθεια. Πίσσα σκοτάδι βασίλευε στο μέρος που φώτισε το αστεράκι. Λάσπη, υγρασία, σκουπίδια και στο κέντρο μια…σκηνή! «Αμάν!» χτύπησε το μέτωπο στενοχωρημένος ο Άγιος. «Ξέχασα το προσφυγάκι. Αυτό που όλοι το ξεχνούν!». «Εμπρός καλά μου ταρανδάκια τρέξτε να φτάσουμε γρήγορα πριν μας προλάβει η αυγή που πλησιάζει».

Σαν φτάσαν εκεί ο Άγιος άρχισε να βαδίζει αργά προς τη μικρή σκηνή. Οι μπότες του χώνονταν βαθιά μες τη λάσπη που υπήρχε ολόγυρα και δυσκόλευε τα βήματά του. Άνοιξε τη μικρή πορτούλα της σκηνής κι έριξε γύρω του ένα βλέμμα. Μεμιάς διαλύθηκε η παγωνιά και ζεστασιά απλώθηκε γύρω τριγύρω. Κάτω στο έδαφος στρωμένα παλιοκαιρισμένα στρωσίδια, μα πάνω ήλιος έλαμπε ένα μικρό παιδί στην αγκαλιά της μάνας του. Κοιμόταν ήρεμο και γαλήνιο μιας κι η αγκαλιά της μάνας έχει αυτήν τη μαγική ιδιότητα, να προσφέρει στο παιδί της ασφάλεια και θαλπωρή, που όμοιά της πουθενά αλλού δεν υπάρχει. Χάιδεψε μάνα και παιδί κι απίθωσε δίπλα στη μικρή χουφτίτσα ένα κόκκινο πακέτο με ένα φιόγκο χρυσό.

Και γέλασε η νύχτα, γέλασε ο Άγιος , γέλασε και το παιδί. Και χάρηκε τ΄άστρο που φώτισε τη μικρούλα τη σκηνή. Στα νύχια περπατώντας έφυγε μην ξυπνήσει το παιδί, το μικρό το προσφυγάκι που ΄χε τόσο γλυκά παραδοθεί σε ένα όνειρο παιδικό, από κείνα που φέρνουν χαμόγελο στα χείλη των παιδιών. Άστραψε η πλάση, το έλκηθρο είχε πια σηκωθεί κι η σκόνη η μαγική τύλιξε και φώτισε τη μικρή σκηνή που φύλαγε τα όνειρα που έκανε μια μάνα κι ένα παιδί…

Άννα Μάλαμα

Η πάνινη κουκλίτσα

 

 

Απόγευμα Κυριακής. Η βροχή μαστίγωνε το στενό δρομάκι σχηματίζοντας μικρούς χείμαρρους στις άκρες του. Ένας τέτοιος χείμαρρος ήταν που σκάλωσε πάνω σε εμπόδια κι άλλαξε δρόμο. Ηταν σκουπίδια από τον ξέχειλο σκουπιδοτενεκέ· σωρός οι σακούλες, σκισμένες από λαίμαργες γάτες, κουτιά, χαρτιά και νάιλον.
Κάπου εκεί, ανάμεσα σε φύλλα, κουτιά και κλαδιά, η πάνινη κούκλα. Λασπωμένη, με σκισμένο το λιλά φουστανάκι της, έχοντας χάσει τα περισσότερα μαλλάκια από νήμα που σκέπαζαν το στρουμπουλό της προσωπάκι, αναρωτιόταν τι είχε πάει τόσο στραβά κι η Ελενίτσα, το χαριτωμένο μικρό κοριτσάκι, στην οποία την είχαν χαρίσει, την πέταξε με θυμό στα σκουπίδια, μετά από έναν έντονο καβγά, με τον μεγάλο της αδελφό;
Σκέψεις, απορίες και αναμνήσεις χωρούσαν με δυσκολία στο υφασμάτινο κεφαλάκι της. Με το νερό της βροχής να τη λούζει ασταμάτητα, της ήταν αδύνατο να ξεχάσει την πρώτη της συνάντηση με το κοριτσάκι, που μόλις την είδε, είπε μόνο ένα άχρωμο: «Α! μια πάνινη κούκλα, γούστο έχει!» και μετά την πέταξε στο λουλουδένιο της κρεβατάκι, για να ανοίξει περιχαρής και τα άλλα πακέτα με δώρα που της είχαν χαρίσει για τα γενέθλιά της. Η πίκρα δεν έλεγε να φύγει από τη σκέψη της μικρής, στρουμπουλής, πάνινης κουκλίτσας, καθώς θυμόταν την έκσταση στη φωνή του κοριτσιού, καθώς σ’ ένα άλλο κουτί αντίκριζε τη μοδάτη Μπάρμπι με την ατελείωτη συλλογή ρούχων! Μπάρμπι αεροσυνοδός, Μπάρμπι πριγκίπισσα, Μπάρμπι αστυνομικίνα, έως και Μπάρμπι αστροναύτης. Λαμπερή, πάντα κομψή, με άψογο κορμί, τέλεια μαλλιά και υπέροχα ρούχα, χαμογελούσε αυτάρεσκα μέσα από την αγκαλιά της μικρής Ελενίτσας, που σχεδόν ποτέ δεν την αποχωριζόταν.
Μάταια η πάνινη κουκλίτσα έπαιρνε το γοητευτικότερό της χαμόγελο, ικετεύοντας τη μικρούλα να της ρίξει μια ματιά. Τίποτα, το κοριτσάκι δεν την πρόσεχε, ούτε για μια στιγμή. Μετά από μια εβδομάδα την πέταξε μέσα σε ένα τετράγωνο παιχνιδόκουτο κι ούτε που την αναζήτησε ξανά. Παιχνίδια έμπαιναν κι έβγαιναν στο πορτοκαλί παιχνιδόκουτο, κουρασμένα και ξεθεωμένα από το παιχνίδι με την Ελενίτσα και τις φίλες της.
Μπάρμπι σπάνια τους έκανε την τιμή να τους επισκεφτεί μιας κι η μικρή την έπαιρνε ακόμα και στον ύπνο μαζί της. Μόνο κάτι λίγες μέρες που αρρώσταινε, η μαμά της την άφηνε μέσα στο παιχνιδόκουτο μαζί με άλλα παιχνίδια.
-Τι δουλειά έχω εγώ εδώ μέσα μαζί σας; Δεν είμαι φτιαγμένη για παιχνιδόκουτα, αλλά για να ζω πάντα δίπλα στη μικρή Ελενίτσα. Aχ! Τσαλάκωσες το φόρεμά μου, γκρίνιαξε σ’ ένα μικρό τρενάκι που το καημένο προσπαθούσε να μαζέψει τα βαγόνια του, αλλά δεν τα κατάφερνε από το συνωστισμό των παιχνιδιών που θαύμαζαν την υπέροχη Μπάρμπι.
-Εσύ μικρή χωριατοπούλα μάζεψε επιτέλους τις χοντροκομμένες κοτσίδες σου, ακουμπούν στο μάτι μου και θα μου χαλάσουν το μακιγιάζ.
Πάντα είχε κάτι κακό να πει στην πάνινη κουκλίτσα. Και πάντα γελούσε δυνατά. Αλλά και τα άλλα παιχνίδια, μη θέλοντας να κακοκαρδίσουν την υπέροχη Μπάρμπι, συναγωνίζονταν για το ποιο θα την προσβάλλει πρώτο.
-Γιατί δε σου φόρεσαν μαντίλα, να κρύψουν τις φριχτές σου κοτσίδες; Αυτό το λιλά σε παχαίνει πιο πολύ.
Πόσα λόγια μπήγαν σαν καρφιά στην καρδούλα της μικρούλας πάνινης κουκλίτσας! Τώρα που το σκεφτόταν “ίσως είναι καλύτερα εδώ” βρεγμένη κάτω από τον κάδο σκουπιδιών. Κρύωνε έτσι μούσκεμα, καθώς ήταν πεσμένη στο πεζοδρόμιο, αλλά επιτέλους την είχαν αφήσει ήσυχη.
Ήταν χαμένη στις σκέψεις της και δεν κατάλαβε ότι η βροχή είχε από ώρα κοπάσει. Μόνο όταν μια ηλιαχτίδα ξέφυγε απ’ τα σύννεφα που σκέπαζαν τον ουρανό κι ήρθε να της χαϊδέψει το στρουμπουλό της προσωπάκι, τότε και μόνο τότε επανήλθε στην πραγματικότητα. Φωνές ακουστήκαν δίπλα της. Γυναικείες και παιδικές. Αχ! Πόσο αγαπούσε τις παιδικές φωνές!
-Μαμά, κοίτα μια όμορφη, πάνινη κουκλίτσα! Αν την πλύνουμε και της μπαλώσεις το φορεματάκι της, θα μπορούσε να μου κάνει συντροφιά. Είναι τόσο γλυκιά! Θα της βάλεις κι άλλα μαλλάκια με τις κλωστές που έχεις και θα της κάνω περισσότερες κοτσίδες!
Η μαμά φάνηκε να διστάζει. “Μα είναι πολύ βρώμικη. Δεν ξέρω αν μπορούμε να τη διορθώσουμε!”
-Μπορούμε μανούλα! Εσύ όλα τα μπορείς! Έλα, σε παρακαλώ! Άλλωστε έχεις τόσο καιρό να μου πάρεις μια κούκλα! Τη θέλω! Έλα μανούλα, σίγουρα μπορείς να τα καταφέρεις!
Η μικρή χωρίς δισταγμό άρπαξε την κούκλα απ’ τα λασπόνερα. Κι η κούκλα ένιωσε την καρδιά της να σπάζει από ευτυχία!
Τη στιγμή εκείνη μία ακόμη ηλιαχτίδα έκανε εντυπωσιακότερη εμφάνιση από την προηγούμενη. Πιο δυνατή, πιο λαμπερή ήρθε για να στολίσει την όμορφες ψυχές τους· πιο αποφασιστική ήρθε για να μείνει. Σιγά – σιγά οι ηλιαχτίδες γίνηκαν πολλές και έδιωξαν μακριά τα γκρίζα σύννεφα από ουρανούς και καρδιές.

_

γράφει η Άννα Μάλαμα

1ο Βραβείο Διαγωνισμός Παραμυθιού

Το  παραμύθι με τίτλο » Η άνοιξη άργησε να ρθει»  που φτιάξαμε με τα παιδιά και  κερδίσαμε το 1ο βραβείο στο διαγωνισμό παραμυθιού που διοργάνωσε η Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση Δυτικής Θεσσαλονίκης.  Εδώ στο Δίκτυο Παραμυθία έχει γίνει ebook  http://diktyoparamythia.blogspot.com.cy/2015/12/blog-post.html

Η ΑΝΟΙΞΗ ΑΡΓΗΣΕ ΝΑ ΡΘΕΙ

 

Υπάρχει, κάπου μακριά, μια όμορφη πολιτεία, που τη λένε Αγαποχώρι. Εκεί  όλοι οι άνθρωποι, μικροί και μεγάλοι, ζούνε πολύ αγαπημένοι. Φέτος ο χειμώνας έπεσε βαρύς στο όμορφο χωριό. Τα χιόνια σκέπασαν τα σπίτια απαλά και δεν έλεγαν να λιώσουν. Το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό. Τα παιδιά κοιτούσαν πίσω απ’ τα παράθυρα λυπημένα. Ο ουρανός ήταν μελαγχολικός.  Ήλιος δε φαινόταν πουθενά, αν κι ο Μάρτης είχε πατήσει για τα καλά.

Ένα πρωινό έκαναν συνέλευση στο σχολείο. Έπρεπε να βρούνε γρήγορα μια λύση. Είχαν βαρεθεί να μην μπορούν να βγουν έξω για παιχνίδι.

  • Δεν αντέχω άλλο κλεισμένη συνεχώς μέσα στο σπίτι, είπε η Ευαγγελία, η αρχηγός.
  • Βαριέμαι, φώναξε ο Γιάννης, το μυαλό της παρέας, πάνω στο καροτσάκι του. Θέλω να μου κάψει τα μάγουλα ο ήλιος!
  • Άδικα φορέσαμε το βραχιολάκι του Μάρτη, ακούστηκε κι ο Παύλος που διάβαζε πολλά βιβλία .
  • Καιρός για δράση, είπε και η Άννα, η θαρραλέα της παρέας.

Αυτά κι άλλα πολλά είπαν τα παιδιά τη μέρα εκείνη. Και η απόφαση πάρθηκε με μια φωνή.

Θα πήγαιναν να βρουν το νησί της Άνοιξης. Θα την παρακαλούσαν να έρθει γρήγορα στο Αγαποχώρι.

Την άλλη μέρα, πρωί – πρωί, πήραν το δρόμο για το νησί. Διέσχισαν ένα βαθύ ποτάμι με τη βάρκα του μπαρμπα Κωνσταντή.  Φτάσαν  γρήγορα στην ακτή. Πρώτα έβγαλαν το καροτσάκι του Γιάννη. Μετά οι τρεις φίλοι τον πήραν αγκαλιά και τον ακούμπησαν στο καροτσάκι απαλά. Κι αμέσως άρχισαν το παιχνίδι.

Ξαφνικά, κάποιος θόρυβος ακούστηκε, από τους θάμνους…

Ένας λύκος γκριζωπός και κουρασμένος εμφανίστηκε μπροστά τους και τους ρώτησε:

  • Συγγνώμη αν σας τρόμαξα παιδιά μου! Άκουσα παιδικές φωνές κι έτρεξα προς τα εδώ. Έχω χάσει τη φίλη μου την Κοκκινοσκουφίτσα μέσα στο δάσος! Μα πρέπει να την πάω στη γιαγιά της! Πόσο θα φοβάται μόνη της! Μήπως την είδατε πουθενά;
  • Μπα, δεν την έχουμε δει. Μη λυπάσαι τόσο καημενούλη μου, είπε η Ευαγγελία.
  • Κι εσείς τι γυρεύετε, μικρά παιδιά, μόνα στο δάσος;
  • Πάμε να βρούμε το νησί της Άνοιξης, αποκρίθηκε ο Γιάννης. Άργησε να έρθει στο χωριό μας. Πάμε να τη βρούμε και να της το πούμε.
  • Α! κρίμα … Είστε πολύ μακριά. Λάθος μονοπάτι πήρατε. Θέλετε να σας βοηθήσω να βρείτε το δρόμο σας;
  • Ναι, ναι, απαντούν με ένα στόμα τα παιδιά. Μόνο ο Γιάννης, ο συνετός, ρωτάει:
  • Σταθείτε, γιατί να τον εμπιστευτούμε; Λύκε, έχουμε ακούσει πως είσαι κακός. Μπορεί να θέλεις να μας φας. Μπορεί να έχεις φάει και την Κοκκινοσκουφίτσα!
  • Όχι, δεν είναι αλήθεια αυτό, ξέσπασε σε κλάματα ο λύκος. Όλοι με κατηγορούν χωρίς να με ξέρουν καλά. Δεν κάνουν τον κόπο να με γνωρίσουν. Δεν είναι όλοι οι λύκοι ίδιοι. Ούτε οι άνθρωποι είναι.

Κι ο λύκος έκλαιγε με λυγμούς…

Τα παιδιά τον κοιτούσαν συμπονετικά. Τον παρηγόρησαν κι αποφάσισαν να κάνουν μια συμφωνία. Εκείνος θα τους έδειχνε το δρόμο για τη θάλασσα. Κι αυτά θα τον βοηθήσουν να βρει την Κοκκινοσκουφίτσα.

Κι έτσι ο λύκος κι η παρέα των παιδιών πήραν το μονοπάτι για τη θάλασσα. Κάποια στιγμή το καροτσάκι του Γιάννη δεν μπορούσε πια να κινηθεί μέσα στην πυκνή βλάστηση. Τότε τα παιδιά πήραν στους ώμους τους τον φίλο τους. Το καροτσάκι το ανέβασαν στη ράχη του λύκου. Κι όλα μέλι γάλα.

Στα μισά του δρόμου εμφανίστηκε ένα μικρό νανάκι. Τους κοίταξε φοβισμένα και είπε :

  • Για πού το βάλατε παιδιά, μ’ ένα λύκο συντροφιά;
  • Α! μην ανησυχείς καλέ μας νάνε. Γίναμε φίλοι τώρα πια! Θα μας βοηθήσει να βρούμε το νησί της Άνοιξης κι εμείς θα τον βοηθήσουμε να βρει την Κοκκινοσκουφίτσα. Έπρεπε να την πάει στη γιαγιά της εδώ και μέρες, μα χάθηκε στο δάσος. Κι η γιαγιά της θα ανησυχεί.

Ο μικρός νάνος ικανοποιήθηκε  από τις απαντήσεις των παιδιών. Τους είπε μάλιστα ότι η Κοκκινοσκουφίτσα δεν ήταν μόνη. Την είχαν βρει οι επτά νάνοι , τα αδελφάκια του, και την φρόντιζαν στο σπιτάκι τους. Έτσι, όλοι μαζί κίνησαν για να τη συναντήσουν.

Έφτασαν σε ένα όμορφο σπιτάκι, με περιποιημένο λαχανόκηπο.

  • Τακ τακ… χτύπησαν τη μικρή πορτούλα.
  • Ποιος είναι; ρώτησε μια γλυκιά κοριτσίστικη φωνούλα.
  • Εγώ, ο φίλος σου, ο καλός λύκος. Πού χάθηκες και τρελάθηκα από την αγωνία μου;

Η πόρτα άνοιξε διάπλατα κι ένα κοριτσάκι χύθηκε στην αγκαλιά του λύκου. Κλάψαν λίγο , αλλά μετά μπήκαν μέσα στο σπιτάκι , έφαγαν , ήπιαν και χορτάτοι κοιμηθήκαν.

Την άλλη μέρα, πριν βγει ο ήλιος, η συντροφιά πήρε το δρόμο για τη θάλασσα. Σαν έφτασαν εκεί, είδαν την άκρη του πιο όμορφου ουράνιου τόξου  που είχαν δει ποτέ.

  • Το ουράνιο τόξο είναι μαγικό. Θα μας οδηγήσει στο νησί της Άνοιξης , είπε ο μικρός νάνος, που ήτανε σοφός.

Άρχισαν λοιπόν να σκαρφαλώνουν. Χρώματα παραμυθένια ζάλιζαν τα μάτια τους. Γλιστρούσαν και γελούσαν πάνω στις αχτίδες του ουράνιου τόξου.  Χωρίς να το καταλάβουν, παίζοντας και γελώντας, έφτασαν στην άκρη του. Και τότε άρχισαν να πέφτουν ο ένας πίσω από τον άλλο και κατρακύλησαν πάνω σε ένα λουλουδένιο τραμπολίνο που μοσχομύριζε γιασεμί και τριαντάφυλλο. Έριξαν μια ματιά γύρω τριγύρω. Ω!  μα τι όμορφο νησί ήταν αυτό! Πράσινο , πράσινο παντού. Και λουλούδια όλων των λογιών και των χρωμάτων ξεπρόβαλλαν πάνω στο πράσινο χαλί. Πεταλούδες πετούσαν παντού. Πουλάκια κελαηδούσαν μελωδικά. Πιο πέρα μια λιμνούλα με κάτασπρους κύκνους. Ανάμεσα στα δέντρα μια πανέμορφη κοπέλα χόρευε ξυπόλητη . Όλοι έμειναν μαγεμένοι από τη χάρη κι από την ομορφιά της. ΄Ετρεξαν γύρω της και πιάστηκαν όλοι μαζί χέρι με χέρι, χορεύοντας στον τρελό της Άνοιξης ρυθμό. Ο λύκος πέταξε το καροτσάκι του Γιάννη και πήρε τον ίδιο στη ράχη του επάνω. Κι αφού στροβιλίστηκαν και παραζαλίστηκαν απ’ το χορό κι απ’ τη χαρά της Άνοιξης, ξάπλωσαν κατάχαμα στο γρασίδι. Τότε της είπαν το λόγο του ερχομού τους.

  • Ξεχάστηκα χορεύοντας κι άργησα να έρθω, αποκρίθηκε εκείνη.

Και μ’ ένα χαμόγελο γλυκό και έναν τρόπο μαγικό, τους έστειλε όλους πίσω στο Αγαποχώρι .

Σαν έφτασαν εκεί, τι να δουν! Ο ήλιος έλαμπε και φάνηκε το πρώτο χελιδόνι. Κι ο καλός λύκος πήγε τη μικρούλα την Κοκκινοσκουφίτσα πίσω στη γιαγιά της. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

ΤΟ ΠΑΡΑΜΘΥΙ ΤΟΥ Α1